βασιλόπουλο


βασιλόπουλο
[василопуло] ουσ. о. царевич.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "βασιλόπουλο" в других словарях:

  • βασιλόπουλο — Ονομασία δύο οικισμών. 1. Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 190 μ., 72 κάτ.) στην πρώην επαρχία Κισσάμου του νομού Χανίων. Βρίσκεται ανατολικά του Κισσάμου. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Κολυμβαρίου. 2. Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 420 μ., 113 κάτ.) στην… …   Dictionary of Greek

  • βασιλόπουλο — το θηλ. βασιλοπούλα παιδί του βασιλιά, πρίγκιπας, πριγκίπισσα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ελλάδα - Αθλητισμός — Ο ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ Καταγωγή του αθλητισμού και των αγώνων Οι θεωρίες που έχουν διατυπωθεί για την καταγωγή του αθλητισμού και των αγώνων είναι πολλές. Πολλά από τα αθλήματα, όπως το τρέξιμο, το ακόντιο και η… …   Dictionary of Greek

  • Vasilopoulo — or Vassilopoulo (Greek: Βασιλόπουλο), older forms: Vassilopoulon and Vassilopoulon, also may refer to several villages that begin with this name:*Vasilopoulo, a village in the Aitolo Akarnania prefecture *Vasilopoulo, a village in the Ioannina… …   Wikipedia

  • -πουλο — ΝΜ κατάλ. υποκορ. ουδ. τής Μεσαιωνικής και Νέας Ελληνικής η οποία προέρχεται από το ουδ. τής κατάλ. πουλος* (< λατ. pullus «νεοσσός»). Η κατάλ. αυτή απαντά αρχικά σε λ. που δηλώνουν νεοσσούς, μικρά πουλιών (πρβλ. αετό πουλο, ορνιθό πουλο), στη …   Dictionary of Greek

  • αρχοντόπουλο — το το παιδί που κατάγεται από άρχοντες. [ΕΤΥΜΟΛ. < άρχοντας + πουλο (κατάλ. ουδ. ουσ. με σημασία «μικρό, παιδί» πρβλ. βασιλόπουλο, ελληνόπουλο, κεφαλόπουλο)] …   Dictionary of Greek

  • βασιλιάς — ο και βασιλεύς και βασιλέας και βασιλές και βασιλιός (θηλ. βασίλισσα, η) (AM βασιλεύς, Μ και βασιλέας θηλ. AM βασίλισσα και βασιλίς, Α και βασιλέα και βασίλεια και βασιληΐς) 1. ο κληρονομικός ανώτατος άρχοντας του κράτους 2. πρώτος ή έξοχος μέσα… …   Dictionary of Greek

  • βασιλόπαις — ο το παιδί τού βασιλιά, βασιλόπουλο. [ΕΤΥΜΟΛ. < βασιλεύς + παις. Η λ. μαρτυρείται από το 1833 στους Ελληνικούς Κώδικες] …   Dictionary of Greek

  • θεοφανής — I (1ος αι. π.Χ.). Ιστορικός από τη Μυτιλήνη. Παρακολούθησε τις εκστρατείες του Πομπήιου και τις περιέγραψε, συγκρίνοντάς τις με εκείνες του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Αυτό κολάκευσε τον Πομπήιο, που τον αναγόρευσε, το 61 π.Χ., Ρωμαίο πολίτη. Στον… …   Dictionary of Greek

  • θεόφιλος — I (4ος αι. π.Χ.). Ποιητής της Μέσης κωμωδίας. Διασώθηκαν οι τίτλοι οκτώ κωμωδιών του: Ιατρός, Παγκράτεια, Βοιωτία, Νεοπτόλεμος, Επιδαύριος, Προιτίδες, Απόδημος και Φίλαυλος. Ο προτελευταίος και τελευταίος τίτλος αναφέρονται, αντίστοιχα, στα… …   Dictionary of Greek